Τουρκία


«Εάν η Κύπρος είναι Ευρωπαϊκή χώρα, και η Τουρκία είναι Ευρωπαϊκή χώρα». Η δήλωση ανήκει στον Ισπανό υπουργό για θέματα Ευρώπης, Ντιέγο Λόπεθ Γκαρίδο, και τη δημοσιεύει η εβδομαδιαία αγγλόφωνη εφημερίδα European Voice, που ανήκει στον όμιλο του Economist. Λίγα 24ωρα πριν η Ισπανία αναλάβει την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Λόπεθ Γκαρίδο δείχνει να ξεκαθαρίζει πως η χώρα του είναι διατεθειμένη να κρατήσει ανοιχτή την πόρτα της Ευρώπης για την Τουρκία. Και να συνεχίσει την πολιτική προσέγγισης την οποία ακολούθησε η Σουηδική προεδρία που ολοκληρώνεται σε λίγες ημέρες.

Είναι βέβαια κάπως άκομψο, για υπουργό προεδρίας της ΕΕ και μάλιστα με ειδική αρμοδιότητα στα Ευρωπαϊκά θέματα, να αναρωτιέται έστω και ρητορικά για τον Ευρωπαϊκό ή μη χαρακτήρα κράτους  που είναι ήδη μέλος της Ένωσης. Θα περίμενε κανείς πως τέτοιου είδους ζητήματα περί Ευρωπαϊκής, γεωγραφικής ή άλλης, ταυτότητας έχουν επιλυθεί προ πολλού και πάντως από το 2004 που η Κύπρος προσχώρησε μαζί με άλλα 9 κράτη στην ΕΕ. Η συζήτηση για το τι είναι και τι δεν είναι Ευρώπη δεν ήταν ποτέ εύκολη, στις μέρες μας όμως συνηθίζεται να περιορίζεται σε κράτη και περιοχές που δεν ανήκουν σε κάποιο ευρωπαϊκό οργανισμό και δεν διαθέτουν έτσι κάποιο τεκμήριο Ευρωπαϊκής ταυτότητας.

Δεδομένου ότι ο Λόπεθ Γκαρίδο γνωρίζει το θέμα τόσο από τη θητεία του στην πολιτική όσο και από την πλούσια προσωπική του ιστορία σε μη κυβερνητικές οργανώσεις και το πανεπιστήμιο, δε θα ήταν παρακινδυνευμένο να συμπεράνει κανείς πως η παραπάνω δήλωσή του αφορά άμεσα την Τουρκία και όχι την Κύπρο και απευθύνεται σε όσους (μεταξύ αυτών και πολλοί Έλληνες και Ελληνοκύπριοι) αμφισβητούν το ότι η Τουρκία έχει θέση στην Ευρώπη με την περιορισμένη έννοια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πρόκειται άλλωστε για μια χώρα με εδάφη στην Ασία και την Ευρώπη, ιδρυτικό μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης και του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη και μέλος του ΝΑΤΟ.

Η δήλωση του Γκαρίδο δεν πρέπει να εκπλήσσει για έναν ακόμα λόγο. Βρισκόμαστε σε μια χρονική συγκυρία όπου πολλά κράτη μέλη δείχνουν τουλάχιστον απρόθυμα να συζητήσουν περαιτέρω διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ παράλληλα η ίδια η Τουρκία εμφανίζεται να επανεξετάζει τη βιωσιμότητα αν όχι τη σκοπιμότητα της ευρωπαϊκής της πορείας. Επιπλέον Ελλάδα και Κύπρος έχουν καταστήσει σαφές εδώ και μερικά χρόνια ότι θεωρούν τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό της Τουρκίας ως βασικό παράγοντα για τον καθορισμό της δικής τους εξωτερικής πολιτικής (για να μπορούν Αθήνα και Λευκωσία να διαθέτουν κάποιο διαπραγματευτικό χαρτί και να ασκούν κάποια πίεση στην Άγκυρα). Αν θεωρήσουμε λοιπόν αυτά ως δεδομένα τότε η υπενθύμιση από την πλευρά της επικείμενης Ισπανικής προεδρίας του ευρωπαϊκού χαρακτήρα της Τουρκίας κάνει καλό σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.

Θα μπορούσε βέβαια ο Γκαρίδο να το πει αλλιώς χωρίς να προκαλέσει την καχυποψία ορισμένων Ελλήνων και Κυπρίων. Μια πρόταση του τύπου «Εάν η Ισπανία είναι Ευρωπαϊκή  χώρα, τότε είναι και η Τουρκία» θα ήταν μάλλον περίεργη – αν και η ιστορία και η ταυτότητα της Ισπανίας υπήρξε και αυτή αντικείμενο διαφωνιών και έντονης αντιπαράθεσης μέχρι να φύγει από αυτόν τον μάταιο κόσμο ο αιμοσταγής δικτάτορας Φράνκο. Μια δήλωση όμως του τύπου «Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο είναι Ευρωπαϊκή χώρα, τότε είναι και η Τουρκία» θα ήταν εξίσου κατανοητή και μη παρεξηγήσιμη στο Λονδίνο, την Άγκυρα αλλά και το Παρίσι και το Βερολίνο.

Ποια θα είναι η είδηση της ημέρας στις 5 Νοεμβρίου; Φυσικά τα αποτελέσματα από τις εκλογές για την ανάδειξη του νέου προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η απάντηση είναι εύκολη και προβλέψιμη, καθώς η ημερομηνία των εκλογών στις ΗΠΑ, 4 Νοεμβρίου, είναι γνωστή εδώ και πάρα πολύ καιρό. Ποιος ο λόγος λοιπόν να κάνει κανείς την ερώτηση;

Ο λόγος είναι ένας: Την 5η Νοεμβρίου, την ίδια μέρα που όλος ο κόσμος θα ενδιαφέρεται και θα μιλά για τον Μπαράκ Ομπάμα που από ό,τι φαίνεται θα έχει εκλεγεί πρώτος μαύρος πρόεδρος στις ΗΠΑ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προγραμματίσει να ανακοινώσει (δηλαδή να θάψει) τις εκθέσεις προόδου των κρατών (δυτικά Βαλκάνια και Τουρκία) που χαρακτηρίζονται υποψήφια ή εν δυνάμει υποψήφια προς ένταξη στην ΕΕ κράτη. Μαζί με τις εκθέσεις αυτές η Επιτροπή θα δώσει στη δημοσιότητα και ένα έγγραφο για τη «στρατηγική» της διεύρυνσης. Το οποίο αναμένεται να πάει κι αυτό … «αδιάβαστο».

Με ποια λογική επιλέχθηκε η συγκεκριμένη μέρα; Εδώ προφανής απάντηση δεν υπάρχει. Μια υπόθεση είναι πως κάποιος έκανε λάθος στον αρχικό προγραμματισμό. Ανθρώπινα τα λάθη, ακόμα πιο καλό και ανθρώπινο είναι όμως να τα διορθώνει κανείς όσο πιο νωρίς γίνεται. Στην περίπτωση του «φθινοπωρινού πακέτου«, όπως ονομάζεται αυτή η δημοσίευση κάθε χρόνο των παραπάνω εγγράφων, το λάθος όχι μόνο δε διορθώθηκε αλλά επισημοποιήθηκε με την ανακοίνωση της ημερομηνίας την Παρασκευή, 10 Οκτωβρίου.

Μένει λοιπόν ως βάσιμη υπόθεση η σκοπιμότητα. Κάποιος, ας πούμε ο αρμόδιος Επίτροπος για τη Διεύρυνση, Όλι Ρεν, ή ολόκληρη η Επιτροπή του προέδρου Μπαρόζο, θέλει να κρατήσει την ιστορία της μελλοντικής περαιτέρω διεύρυνσης της ΕΕ και ό,τι σχετίζεται με αυτή, μακριά από τη δημοσιότητα. Και ουσιαστικά τη θάβει κάτω από τη μανία για τον Ομπάμα προσπαθώντας να κλείσει χωρίς άλλα προβλήματα μια χρονιά δύσκολη για την ΕΕ και λόγω της θεσμικής κρίσης με την αναθεώρηση της Συνθήκης.

Στο ίδιο πλαίσιο, της σκοπιμότητας, μπορεί πάλι να υποθέσει κανείς ότι φέτος όλα αυτά τα έγγραφα και οι εκθέσεις προόδου θάβονται διότι δεν έχουν να πουν και τίποτα σοβαρό καθώς ελάχιστη υπήρξε η πρόοδος των κρατών των δυτικών Βαλκανίων και της Τουρκίας στο μακρύ δρόμο τους προς την ένταξη. Αυτό ακούγεται αρκετά πιθανό για την πΓΔΜ, την Αλβανία, το Μαυροβούνιο και τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, και κάπως λιγότερο πιθανό για την Κροατία (κυρίως), τη Σερβία, το Κοσσυφοπέδιο και την Τουρκία. Όχι πως οι τελευταίες έκαναν τεράστια βήματα προόδου, είχαμε όμως κυρίως μέσα στο 2008 σημαντικές εξελίξεις που επηρέασαν με τον έναν ή άλλο τρόπο τις σχέσεις τους με την ΕΕ.

Ίσως τελικά, η Επιτροπή κατάλαβε πως όσο λιγότερο μιλά για τη μελλοντική νέα διεύρυνση, την είσοδο δηλαδή της Τουρκίας και των δυτικών Βαλκανίων στην ΕΕ, τόσο το καλύτερο. Σε μια Ένωση όπου η πλειοψηφία των πολιτών εμφανίζεται να μη βλέπει με καθόλου καλό μάτι όχι τόσο τη μελλοντική είσοδο νέων μελών όσο και την προηγούμενη ένταξη άλλων, και όπου η Επιτροπή αποφεύγει επιμελώς να κάνει ακόμα και σχετική σφυγμομέτρηση, ίσως είναι καλύτερα να περάσει κάπως διακριτικά το φετινό «φθινοπωρινό πακέτο». Και του χρόνου που δε θα έχει εκλογές στις ΗΠΑ; Καμμία ανησυχία, κάτι θα βρεθεί. Μπορεί να είναι κάτι σχετικό με τη Συνθήκη ή ακόμα και κάτι σχετικό με την ίδια την Επιτροπή που τέτοια εποχή του χρόνου θα προσπαθεί να ανανεώσει τη θητεία της. Οι μεγάλες αποφάσεις για τη διεύρυνση μπορούν να περιμένουν λίγο ακόμα.